«Μου λείπει ο ΠΑΟΚ... ο δικός μου» Ο Νίκος Ιωαννίδης (Ισοβίτης) μπλογκάρει στο paok24

Κάθε μέρα, μια προσωπικότητα από την ευρύτερη «οικογένεια» του ΠΑΟΚ, γράφει για την ομάδα μας και τις μέρες που περνάνε πια χωρίς ποδόσφαιρο.
Νίκου Ιωαννίδη, οπαδού του ΠΑΟΚ.
«Να περάσουν οι μέρες, να τελειώσει αυτή η χρονιά και να μην ξαναγυρίσει», η μόνιμη σκέψη μου εδώ και λίγο καιρό. Ειδικά όσο δεν σήκωνε κεφάλι η ομάδα και έπιανε τη μόνιμη θέση στον πάτο της βαθμολογίας, όσο παρακολουθούσα από τη γωνίτσα μου στο Παλατάκι τις τραγωδίες με τον Προμηθέα και τον Κολοσσό, όσο έβριζα την τηλεόραση σε ζωντανή σύνδεση με το Παλαιό Φάληρο, το Λαύριο, τη Λάρισα, τη Λήμνο. Κι όσο το ποδόσφαιρο φαινόταν να βρίσκεται σε κρίση ταυτότητας, από την οποία δεν βγήκε ως το τελευταίο του ματς πριν τη διακοπή. Το βόλεϊ σε κίνδυνο να χάσει ως και τη θέση του μόνιμου διεκδικητή, το χάντμπολ σε ελεύθερη πτώση, το πόλο για πρώτη φορά μετά από καιρό σε πορεία πνιγμού.

Περνάω τη χειρότερη χρονιά μου ως ΠΑΟΚτσής από το καταραμένο 1996. Τότε που μας φώναζαν στο καφενείο οι κιτρινόμαυροι φίλοι μας «εκεί, εκεί, στη Βήτα Εθνική», πριν αρχίσουν τις «Κυριακές Στο Χωριό», έναν μόλις χρόνο αργότερα, λίγους μήνες πριν δουν αυτό που μας έλεγαν να πετάει πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Δεν το χωρούσε ο νους τότε, δεν το χωράει και τώρα: Ο ΠΑΟΚ να υποβιβάζεται. «Πάνω απ’ το πτώμα μας», φωνάζαμε τότε στον άφαντο Βουλινό -τι να φωνάξεις τώρα και σε ποιον να τα πεις.

Ανήκω σε μια ειδική κατηγορία ΠΑΟΚτσήδων, ενδεχομένως να είμαι μια κατηγορία μόνος μου. Με τριάντα χρόνια στο γήπεδο, ακόμα έχω ως μοναδική απαίτηση ως οπαδός «να υπάρχει ο ΠΑΟΚ». Να βρίσκεται ψηλά, όχι αναγκαστικά ψηλότερα απ’ όλους, αλλά ψηλά. Δεν τραγούδησα ποτέ «τον τρόμο να σκορπάς» και τέτοια. Τραγούδησα και τραγουδώ πόσο τον αγαπώ, όχι πόσο μισώ τους άλλους και πόσο θέλω να τους πατήσω. Θέλω απλώς να υπάρχει. Μα δεν ανέχεται η δική μου οπαδική οπτική τον ΠΑΟΚ μία κατηγορία πιο κάτω, ανύπαρκτο, δεν είναι κομμάτι της σκέψης μου, μπλοκάρει ο εγκέφαλος σε τέτοια προοπτική. Το 1996 μου άφησε μόνιμη βλάβη, ειδικά επειδή ήμουν κομμάτι του προβλήματος, ως ένας από τους ηλίθιους, στο ματς με την ΑΕΚ, που είχαν προσπαθήσει να μπλέξουν το ποδόσφαιρο με τις ρίψεις πετρών και παραλίγο να πεθάνει, τότε, ο ΠΑΟΚ από κοτρονοϊό. Σώθηκε, ταρακουνηθήκαμε όλοι, δεν φτάσαμε ποτέ ξανά σε τέτοια δράματα, εξαιρώντας τη φετινή παράσταση με τις απειλές από τις μαριονέτες της θεσμικής και παρασκηνιακής εξουσίας. Η εικόνα στο μπάσκετ, που, για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας, ήταν ευανάγνωστη από χρόνια πως θα φτάναμε εδώ, είναι το σύγχρονο 1996, με τη διαφορά πως αυτήν τη φορά φτάσαμε και ξεπεράσαμε το σημείο «δεν σώνεται». Και δεν ξέρουμε πώς να φερθούμε.

«Να περάσει η χρονιά», αλλά τώρα που -μάλλον- πέρασε η χρονιά, με την παγκόσμια τραγωδία που μας κυκλώνει, ήρθε και το αναπόφευκτο στερητικό. Μου λείπει ο ΠΑΟΚ. Ο ΠΑΟΚ που ορίζω εγώ, φυσικά, όπως ορίζει ο καθένας αυτό που αντιλαμβάνεται ως «ΠΑΟΚ». Μου λείπουν οι φίλοι μου, οι σύντροφοι του γηπέδου, των εκδρομών, οι καθρέφτες μου, όπως τους αποκαλώ, που στα πρόσωπα, τις ρυτίδες και τη δυσκολία τους στο περπάτημα και την αναπνοή βλέπω εμένα, τρεις δεκαετίες μετά τις πρώτες μας βόλτες σε αφιλόξενες πόλεις και ιδρωμένα πέταλα. Λειψοί, φυσικά, ακρωτηριασμένοι, ολοένα λιγότεροι, χάνοντας σε σταθερό ρυθμό περισσότερους απ’ όσους προσθέτουμε στην παρέα, καθώς «οι νέοι δεν μας καταλαβαίνουν και κάνουν του κεφαλιού τους», όπως κάθε νέα γενιά που σέβεται τον εαυτό και τον προορισμό της να κάνει ένα βήμα παραπέρα. Στις μπασκετικές τραγωδίες του κλειστού και τις αγχωμένες νίκες της Τούμπας οι μέρες άρχιζαν και τελείωναν παρέα, πριν και μετά το δύσκολο δίωρο στην κερκίδα, έπαιρνες οξυγόνο από τη συναναστροφή, την κουβέντα, τις μνήμες, το μοιρολόι για τα αγαπημένα φαντάσματα της νιότης μας.

Μου λείπει ο ΠΑΟΚ ο δικός μου, τα πρόσωπα που κρύβονται απ’ το φως έξι μέρες και φεγγοβολάνε τις Κυριακές. Οι αμούστακοι συνταξιδιώτες που καμαρώναμε το πρώτο μας χνούδι στα μάγουλα και τώρα έχουν οι πιο πολλοί λιγότερες τρίχες στο κεφάλι από εκείνο το χνούδι. Οι αγκαλιές που με έσφιξαν στο χώμα της Λιβαδειάς, τα χέρια που κράτησα αγκαζέ στα μπετά της Νέας Σμύρνης, τον ίλιγγο του ΟΑΚΑ, την κλειστοφοβία του ΣΕΦ. Οι ακούραστοι δρομείς που έπαιρναν ή τους έπαιρναν στο κυνήγι όσοι είχαν αλλεργία στο ασπρόμαυρο, στην Ομόνοια, την Πειραιώς, τη Βερανζέρου, τη Λάρισα, που τώρα μου κάνουν νόημα, ως αιώνια νεαρότερο, να σηκωθώ να φέρω την επόμενη ρετσίνα. Μου λείπει το γέλιο τους με τα λειψά δόντια, το δάκρυ τους με τις λειψές αντοχές. Το ΠΑΟΚ-Παναιτωλικός που για όλο τον κόσμο είναι δυο ώρες και για μας όλος ο κόσμος.

Μου έλαχε να γίνω ήρωας κατά λάθος. Από εφιάλτης, το ξυπνητήρι των 4:15 έγινε ευθύνη. Το μπλουζάκι του σούπερ-μάρκετ έγινε σύμβολο προτεραιότητας. Η κούραση έγινε ανταμοιβή και αυτοεκτίμηση. Βρέθηκα να εργάζομαι στη μεγαλύτερη εστία μόλυνσης της χώρας, με έναν πελάτη ανά τετραγωνικό μέτρο, με κραυγές, σάλια, ιδρώτα, με τις συνήθεις προσβολές και τα ταπεινωτικά σχόλια από τον «πληρώνω-διατάζω» που μετατρέπεται σε αφεντικό για λίγη ώρα, όσο κουβαλάει το καροτσάκι του στους διαδρόμους κι όσο ουρλιάζει «ανοίξτε, ρε τεμπέληδες, κάνα ταμείο»! Ούτε γάντια, ούτε μάσκες, ούτε γυαλιά, ούτε τίποτα -κανείς δεν μας είχε ενημερώσει για το μέγεθος του κακού, κανείς δεν μας προμήθευσε τίποτα, κανείς δεν μας έδωσε χρήματα για να τα προμηθευτούμε εμείς και με το πεντακοσάρικο του μισθού, αφαιρώντας το νοίκι, το φροντιστήριο, τις δραστηριότητες των παιδιών, τα κοινόχρηστα, τους λογαριασμούς, τα ψώνια, τη μετακίνηση που ακόμα την πληρώνουμε όσοι συνεχίζουμε να εργαζόμαστε, βάλ’ τα κάτω πόσο εύκολο είναι να ξοδεύεις για τα -υποτίθεται- αυτονόητα.

Σταμάτησα να φιλάω τα παιδιά μου. Σταμάτησα να αγκαλιάζω την οικογένεια. Πάρθηκε το μέτρο της ελεγχόμενης εισόδου στο κατάστημα όταν πια είχαμε «συγχρωτιστεί» με όλα τα πιθανά κρούσματα, δεν υπήρξε άνθρωπος που να μην πήγε σε σούπερ-μάρκετ αυτές τις μέρες, ό,τι ήταν να κολλήσουμε το κολλήσαμε. Κάθε πρωί χωρίς πυρετό με κοιτάζω στον καθρέφτη και εκπλήσσομαι. Η μόνιμη αποσυμπίεσή μου εδώ και χρόνια, δηλαδή η ενασχόλησή μου με την ιστορία του ΠΑΟΚ, έδωσε τη θέση της στις μουγκές σκέψεις δίπλα στο τζάκι. «Τι απ’ όλα αυτά μπορεί να έχει σημασία αύριο».

Εν μέσω της μεγαλύτερης συμφοράς που θα μας έχει βρει στη ζωή μας, είτε είμαστε στην αρχή, το τέλος ή κάπου ανάμεσα, ο ΠΑΟΚ παραμένει το κυρίαρχο συστατικό. Σκεφτόμαστε ως ΠΑΟΚτσήδες, συμπεριφερόμαστε ως ΠΑΟΚτσήδες, πατεντάρουμε τις ζωές και τις συνήθειές μας όπως μας μάθανε κι όπως μάθαμε στους επόμενους: Όσοι πάμε, τόσοι γυρνάμε. Φοράω μέσα προστασίας στη δουλειά επειδή ήρθα ένας και πρέπει να γυρίσω ένας στο σπίτι. Προσέχω κάθε λεπτομέρεια, δεν θυσιάζω το παραμικρό ρίσκο να μολυνθώ επειδή έτσι έμαθα να περπατάω στον κίνδυνο, στα σοκάκια της Αθήνας και του Πειραιά. Διαβάζω το ψέμα στα χείλη και τα μάτια των κυβερνώντων επειδή γεννήθηκα στην κερκίδα του ΠΑΟΚ και έμαθα να επιβιώνω ξεχωρίζοντας τι είναι αλήθεια και τι όχι απ’ όσα μου λένε οι έχοντες εξουσία. Εκτιμώ όσους προσφέρουν, βοηθάω με ό,τι μου περισσεύει όποιον βρίσκεται σε χειρότερη φάση από εμένα, σημειώνω όσους λειτουργούν ως παράσιτα, επειδή στην κερκίδα και τους δρόμους έμαθα τον σεβασμό, την αλληλεγγύη και την τιμωρία. Όπως είδα να γίνεται μέσα στα χρόνια στον ασπρόμαυρο, θαυμαστό μου μικρόκοσμο, οι δυνατοί θα ξαναχτίσουν τον κόσμο, οι αδύναμοι θα τους στηρίξουν με ό,τι έχουν και τα παράσιτα θα τιμωρηθούν. Ή θα σταματήσει η Γη να γυρνάει.
https://www.paok24.com/apopsi/147531/mou-leipei-o-paok-o-dikos-mou
«Μου λείπει ο ΠΑΟΚ... ο δικός μου» Ο Νίκος Ιωαννίδης (Ισοβίτης) μπλογκάρει στο paok24 Reviewed by GEORGE GEOPONOS on Μαρτίου 28, 2020 Rating: 5
All Rights Reserved by GEOPONOS BET PAOK © 2013 - 2017
Powered By Blogger, Designed by Sweetheme

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Εικόνες θέματος από merrymoonmary. Από το Blogger.